«i-note», Διήγημα από το βιβλίο «βγες απ’ το κάδρο»

Ξύπνησες το πρωί από τον ολιγόωρο ύπνο σου κι έξω φυσούσε με μανία. 
Το κεφάλι σου ήταν σα να είχε μπλε μπίλιες που συγκρούονταν μεταξύ τους. Κάθε εικόνα και ένας ήχος. Αναρωτιόσουν αν έφταιγε η αϋπνία σου, αλλά η Βήτα που είχε έρθει για να καπνίσετε σου ανέφερε κάτι για μια βροχή με καταγωγή από την έρημο. Την αψήφησες, όντας βέβαιη ότι κάτι σας ψεκάζουν με σκοπό την εξόντωσή σας ή κάποια άλλη κατάληξη εξίσου ακραία. Μόλις ήπιες την πρώτη γουλιά και βεβαιώθηκες ότι παραλογίζεσαι αρκετά, συνέχισες να κρατάς επαφή με τη φωνή της που ταυτιζόταν επικίνδυνα με εκείνη της λογικής.

Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόσουν ήταν ανθρώπους που νοιάζονταν για την επιβίωσή τους, σκέφτηκες όταν η Βήτα πρότεινε να βάλετε μερικά τρόφιμα στα σκονισμένα ράφια σας. Με τη φλυαρία της, είχε την ικανότητα να σε κάνει να συναινείς στις πιο ακραίες πεποιθήσεις της, όπως τότε που αναγκάστηκες να χαρίσεις την πρώτη σου κούκλα, την Κλαίρη, στο εκνευριστικά χαριτωμένο ανιψάκι της.

 Κάπου εδώ, συστήνεις τη συγκάτοικό σου Βήτα. Τη γνώρισες από μια αγγελία αντίστοιχου περιεχομένου που είχες αναρτήσει στο διαδίκτυο. Ήταν Ιούλιος κι επέστρεφες από τα Χανιά. Στη σύντομη διαμονή σου, πρόλαβες να αγοράσεις ένα μακρύ κόκκινο καλαμάκι για να σου θυμίζει τη δροσιστική υφή που είχε ο αέρας στο λιμάνι κι ένα μικρό ατσάλινο μαχαίρι. Όταν απενεργοποίησες το flight mode δέχτηκες έξι κλήσεις, δυο μηνύματα κι ένα μέιλ, ενδείξεις που σε έκαναν να υποψιαστείς πως ίσως καθυστερούσε.
Φορούσε ένα κοντό ροζ φόρεμα με ένα μαύρο φιόγκο στη πλάτη και γόβες με δέρμα από κροκόδειλο, γεγονός που σήμερα διαψεύδεται από τη ζωόφιλη πλευρά της… Ένα μαύρο τσαντάκι ανεβοκατέβαινε πεισματικά από τη δύναμη του αέρα. Θα έλεγες ότι είναι κάποιο καλλίγραμμο μοντέλο που δουλεύει part time σε μπουζούκια Λάμδα διαλογής, αν δεν ήταν ηθοποιός. Στη χειραψία σας, σού άφησε μερικές καφέ κηλίδες. Όταν το πρόσεξες σού είπε πως είχε χρησιμοποιήσει ένα self tan χωρίς να διαβάσει τις οδηγίες χρήσης. Το λαχάνιασμα της σε συνδυασμό με το ιδρωμένο πρόσωπο ακύρωσε κάθε πιθανότητα να βρεις χειρότερη υποψήφια. Αυτόματα, της έδωσες το κλειδί με ένα μπρελόκ που είχε το Πύργο του Άιφελ σε μινιατούρα και τα μάτια της ρυτίδιασαν ευτυχισμένα. Ήθελες να της δώσεις κι ένα από τα σουβενίρ της Κρήτης, αλλά σου ήταν αδύνατο να διαλέξεις ποιο να αποχωριστείς κι έτσι άφησες την εικόνα της πρώτης γνωριμίας στη τύχη του αμπε μπα μπλομ…
 Μετά από μια εβδομάδα μπήκε με το δεξί στο σπίτι κρατώντας ανά χείρας ένα υποαλλεργικό μαξιλάρι και δυο μαύρες σακούλες ως υποκατάστατα βαλίτσας. Ένας νεαρός ταξιτζής κλώτσησε την ατσάλινη πόρτα για να ξεμουδιάσει τους ώμους του που κόντευαν να εξαρθρωθούν.

-Μόνο αυτά;

-Τα υπόλοιπα θα έρθουν με τη μεταφορική. Δεν έχω μαντήλι να κλάψω γι’ αυτό θα τα αργήσω όσο μπορώ, είπε επισφραγίζοντας τα λόγια της με μια τσιχλόφουσκα.
 Αυτοστιγμεί πέρασαν από το μυαλό σου ένα φανταστικομμύριο σχόλια. Αρκέστηκες να αναστενάξεις.

 Η Βήτα είχε συχνές εξόδους σε αντίθεση με εσένα που είχες πάρει προσωπικά να μετρήσεις τα τετραγωνικά του σπιτιού σου σε κλίμακα πατουσών. Στο σπίτι σου υπήρχαν τρία υπνοδωμάτια, ένα μπάνιο, ένα γραφείο, ένα σαλόνι και πεντακάθαρη κουζίνα. Εκείνη είχε πρόσβαση σε όλους τους χώρους, εκτός από το υπνοδωμάτιό σου και ένα επιπρόσθετο που τύχαινε να βρίσκεται δίπλα από το δικό της.

 Μια ηλιόλουστη μέρα που είχες καθίσει στο μπαλκόνι να απολαύσεις τον καφέ σου, την άκουσες που έσπασε ένα γυάλινο αντικείμενο και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιό σου. Το γούρι σου είχε διασπαστεί σε χιλιάδες θραύσματα που κείτονταν πάνω στο παρκέ. Στη μικρή τελετή που έκανες πάνω από το πράσινο φαράσι, τους υποσχέθηκε ότι θα προσέχεις περισσότερο κι ύστερα περίμενες μέχρι το απορριμματοφόρο να τα πάρει μακριά σου. Με το δάκρυ κολλημένο στις βλεφαρίδες, επέστρεψες σε εκείνη που είχε ένα ύπουλο χαμόγελο λες και απολάμβανε που σε έβγαζε εκτός εαυτού. Σου είπε πως έψαχνε να βρει μια τσίχλα κι είχες αποφασίσει να αλλάξεις τακτική, κουνώντας το κεφάλι σου με ύφος παραίτησης. Ύστερα, με διδακτικό ύφος την ξενάγησες για ακόμη μια φορά στους χώρους που της επιτρεπόταν η πρόσβαση σα να συνομιλούσες με γυναίκα που προσπαθούσε να ανακτήσει τη μνήμη της μετά από τροχαίο. Τις ώρες που έλειπες στον ψυχολόγο κλείδωνες τις δυο πόρτες χωρίς τύψεις, άλλωστε τις απέμεναν ακόμη 130 τετραγωνικά να περιφέρει το πρόσχαρο πρόσωπό της. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθες λες κι είχες την ανάσα της πάνω σου. Η φαντασίωση γινόταν εφιάλτης όταν έκλεβε από τον αέρα σου ή όταν ήθελες να βήξεις, αλλά το συγκρατούσες για να μην την πετύχουν τα σταγονίδια. Μια παρόμοια φράση έδωσες ως απάντηση στον ψυχολόγο σου όταν παρατήρησε την εμφάνιση δυο ρυτίδων, σημάδι που δήλωνε ότι η κατάθλιψη υποχωρούσε σε αντίθεση με την εποχιακή ίωση. Η συγκατοίκηση ξεπέρασε τις προσδοκίες μας. Δεν ξέρω που θα φτάσουμε, αλλά ό,τι κι αν βγει από αυτή την υπόθεση θα είναι για καλό, σου είπε καθώς έκοβε την απόδειξη της επίσκεψης.

1007 πατούσες ευτυχίας, 1308… «Καλημέρα! Μα τι ωραία μέρα!» τόνισε. Απέφυγες να διορθώσεις το χρονικό προσδιορισμό της όταν άνοιξε τις μπορντό κουρτίνες κι άφησε την επιβλητική μαγεία του ήλιου να εισχωρήσει. Το θέαμα της δύσης, όσο κράτησε, σου έφερε μια ανεπανάληπτη ψυχική διαύγεια που ταυτιζόταν με τη διαχρονική συμπεριφορά της Βήτα. Ξαπλώσατε στον ιβουάρ καναπέ και της είπες με ύφος εξομολογούμενης πως είναι ωραίο όταν οι άνθρωποι ξέρουν από πού να αντλήσουν τη χαρά, χωρίς να έχεις την παραμικρή ιδέα ότι ήταν μια από τις γραμμές που πρόβαρε ακούραστα στο δωμάτιο της για την επικείμενη οντισιόν…

Σκοτείνιασε απότομα και δε σου κολλούσε ύπνος. Περιφερόσουν στο άδειο σπίτι με ακανόνιστα βήματα και σκεφτόσουν ότι προτού τη γνωρίσεις, είχες μια ζωή. Οι χειμαρρώδεις μνήμες σε πλησίασαν χωρίς να τις προσκαλέσεις… Καμιά φορά έκλαιγες πριν κοιμηθείς ή φύλαγες τα δάκρυα για την ανατολή. Πρέπει να είχες κολλήσει σε κάποιο τετραγωνικό τυχαίας γης παρέα με ένα φουσκωμένο κενό που γέμιζε μόνο όταν πρόσφερες βοήθεια. Ένα παρόμοιο βράδυ που σε έπιασε αϋπνία, έβαλες όλα τα ρούχα που είχες αγοράσει όταν έκανες βίζιτες σε κούτες κι αποφάσισες να τα δώσεις στην εκκλησία. Ο παπάς σε διαβεβαίωσε ότι μια πράξη γενναιοδωρίας είναι πάντα ευπρόσδεκτη και ύστερα σε βοήθησε να τις κουβαλήσεις από το οδόστρωμα στις ειδικές αποθήκες. Όταν έκανες να φύγεις σε ρώτησε ανήσυχα αν τις είχατε μεταφέρει όλες, γιατί τώρα τελευταία κυκλοφορούσαν πολλά ζητιανάκια στη γειτονιά..

Έκανες κι άλλα πολλά, περπατούσες σε στενά ή μεγάλους δρόμους για να φωτογραφίσεις. Ύστερα πήγαινες στο κόκκινο κλειδωμένο δωμάτιο και άφηνες τις φωτογραφίες να στεγνώσουν πάνω στο σχοινί, με την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα εμφανιστεί κάποιο οικείο πρόσωπο ή ρούχο… Τα υπόλοιπα δυσκολεύεσαι να τα θυμηθείς, επιβεβαιώνοντας τη φράση της Βήτα «ό,τι αφήνεις, σε αφήνει». Αποκοιμήθηκες με τις εικόνες που είχες βιαστεί να συνηθίσεις.

 Πίσω στο εδώ και τώρα. Έχεις ξυπνήσει από τις έξι και ξεμένεις από τσιγάρα. Πηγαίνεις στο πλησιέστερο περίπτερο με το αυτοκίνητο κι εκείνο αρχίζει να βγάζει ανεξήγητους καπνούς. Ο ασφαλιστής σου, σε διαβεβαιώνει ότι θα καθυστερήσει κι ένας διψήφιος αριθμός ανδρών επιχειρεί να το μετακινήσει από τη διάβαση των πεζών. Όσο πιο κοντά στο φανάρι καταστρέφεται, η προθυμία για βοήθεια μεγαλώνει…

Δίνεις τα κλειδιά σου στο μηχανικό και περπατάς μέχρι το σπίτι. Έχεις καιρό να συναναστραφείς με τόσους ανθρώπους και προετοιμάζεσαι για μια έκρηξη ημικρανίας. Το μαύρο τζιπ σταματάει μπροστά σου και η Βήτα σου προτείνει να μπεις μέσα γιατί έχετε κάτι πολύ σημαντικό να συζητήσετε. Βήτα και σοβαρό, ο συνδυασμός σε μπερδεύει, ωστόσο μπαίνεις μέσα. Την πιάνει ακατέργαστος μονόλογος που στροβιλίζει τους ωροδείκτες.

Κόσμος πάει κι έρχεται μπροστά σας, ενώ σου τονίζει ότι απέφευγε να σου μιλήσει μέχρι τώρα γιατί περίμενε να το κάνεις εσύ πρώτη. Λέει ότι της αρέσει η υποκριτική κι ότι η φωνή της δεν είναι τόσο καλή όσο θα ήθελε, δε θα δεχόταν τη βοήθεια σου μετά από όσα έγιναν κι ότι έχει ήδη αδειάσει το δωμάτιό της.

 Ξεκαθαρίζει ότι σε είχε αναγνωρίσει από τη πρώτη στιγμή κι ανέφερε ότι με τα λεφτά από το πρώτο της ρόλο, αγόρασε μια Prada ζακέτα παρόμοια με αυτή που είχες φορέσει στη πρώτη σου συναυλία. Η τελευταία φράση της, σου θυμίζει ότι έχεις ακόμα μπροστά σου τη Βήτα με το ροζ φόρεμα.Ύστερα, επικρατεί μια μεγάλη παύση που σε ψιλοφρικάρει. Κατευθύνεστε στην Αττική οδό και βάζει μια από τις κασέτες με τα τραγούδια λες και πρόκειται για κάποια παράξενη απόπειρα επικοινωνίας.

Σε άφησε στο σπίτι και σου ζήτησε το αυτοκίνητο για μια τελευταία μοναχική βόλτα. Όταν επέστρεψε, σε ρώτησε για το σημάδι στο καρπό σου και της είπες ότι δεν κατάφερες να βγάλεις αίμα.Της μίλησες με την ένταση που θα έλεγες ότι ήπιες καφέ από τα coffee way στο κέντρο. Συνέχισε ατάραχη. Σημείωμα άφησες; Σε ξάφνιασε η ερώτησή της, γιατί δεν το είχες σκεφτεί, δεν σου πέρασε καν από το μυαλό να ενημερώσεις κάποιον. Αρκέστηκες να μοιραστείς μαζί της πως νύσταζες φρικτά για να γράψεις κάτι βιαστικό κι έτσι ξάπλωσες στον καναπέ και περίμενες την ετυμηγορία…  Εκείνη ακούμπησε τα κλειδιά του τζιπ στο τραπέζι κι άφησε τον άνεμο να κλείσει τη πόρτα.

 Μια Τρίτη επέστρεψες σπίτι ύστερα από ωριαία έξοδο. Η μπαργούμαν που τύχαινε να είναι συμφοιτήτριά σου στην Κρήτη, σε κέρασε το πέμπτο ποτό, ενώ πάλευες να ξεχωρίσεις τους στίχους από το καινούριο σου τραγούδι που ακουγόταν από τα ηχεία. Στο παραδιπλανό σκαμπό καθόταν ένας λιπόσαρκος άντρας που αγωνιζόταν να κρατήσει ένα παραφουσκωμένο χαρτοφύλακα. Παρήγγειλε ουίσκι με πάγο σε ξεχωριστό ποτήρι κι εσύ θυμήθηκες έναν αλκοολικό που σχολιάζατε κάποτε με τη Βήτα. Ούτε που κατάλαβες πότε άναψε η μίζα του αμαξιού σου.

 Μόλις άνοιξες την πόρτα, βρήκες έναν άσπρο φάκελο. Ήταν η Βήτα που σε ενημέρωνε ότι είχε συμφιλιωθεί με την οικογένειά της και θα ασκούσε πλέον το επάγγελμα της Ψυχολόγου. Σε ευχαρίστησε για τη γνωριμία σας και σε παρακάλεσε να προσέχεις. Σου ζήτησε να κρατήσεις ως ενθύμιο τις γόβες που φορούσε τον Ιούλιο. Προτού κοιμηθείς άκουσες για τελευταία φορά το καινούργιο σου τραγούδι και ξεκρέμασες τις φωτογραφίες της από το κόκκινο δωμάτιο. 
Η μέρα που θα επικοινωνούσε ξανά, άργησε περισσότερο απ’ όσο περίμενες. Εντούτοις, ο καταστροφέας εγγράφων και το γυάλινο μπουκάλι την περίμεναν καρτερικά. Θα έβαζες τις λωρίδες των πρώην φωτογραφιών στο γυάλινο αντικείμενο κι ίσως μετά από χρόνια κάποιοι ναυαγοί να εύχονταν να είχαν προσπαθήσει να σωθούν στον ελεύθερο χρόνο τους, αντί να παρατηρούν το γυμνό σώμα μιας εικοσάχρονης που κρατούσε το κρητικό καλαμάκι για μικρόφωνο πάνω σε εύσωμο σαραντάρη. Θα σκεφτόσουν κι άλλες λυτρωτικές ενέργειες αν δεν έπρεπε να συγκεντρωθείς στη λεκάνη με την οποία μοιραζόσουν τα εσώψυχά σου.

Επέστρεψες στο δωμάτιο κι άνοιξες το λάπτοπ.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ονοματεπώνυμο: Όμικρον Ταδέογλου

Ετών : 20

Επάγγελμα: Φιλόδοξη εικαστικός

Σχόλια: Η πρόταση για συγκατοίκηση ήρθε τη κατάλληλη στιγμή. Αποφάσισα να φύγω από το σπίτι μου γιατί οι γονείς μου δεν υποστηρίζουν το επάγγελμά μου. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ιδέα με τι θέλω να ασχοληθώ, αλλά το πείσμα μου με κυβερνά. Χαχα. Ελπίζω σε μια καλή γνωριμία.

-Όμικρον;

-Η ίδια..

-Μόλις έλαβα το e-mail σου..

*Δημοσιευμένο στο site της Σχόλη, των εκδόσεων Πατάκη : http://sxoli.patakis.gr/?p=458&fbclid=IwAR0_ZdYpVmkuiigBr19soqfmKN3HEUuEpCMgYZAS8Kq1eA6nBm-LAJV7s_I

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *