Ένα θλιμμένο τριαντάφυλλο

Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα δάσος μακρινό, συνάντησα ένα θλιμμένο τριαντάφυλλο. Δεν έχει σημασία ο χρόνος , αφού είναι κάτι που μπορεί να γίνει και αύριο. Κοιτούσα από εδώ κι από εκεί τα πράσινα δέντρα και τους μεγάλους θάμνους ώσπου το βλέμμα μου σταμάτησε πάνω του. Ήταν πολύ όμορφο και είχε λαμπερό κόκκινο χρώμα. Το τριαντάφυλλο ήταν από την αρχή πολύ φιλικό μαζί μου και δεν τρόμαξε καθόλου που ήμουν άνθρωπος. Επίσης, μιλούσε συνέχεια με τα άλλα τριαντάφυλλα και γελούσε πολύ δυνατά με τα αστεία που έλεγαν. Όμως καμιά φορά ζητούσε να μείνει μόνο του.

Όλα τα τριαντάφυλλα το ήθελαν κοντά τους. Μια μέρα ξεκίνησα κι εγώ να κάνω πολύ παρέα μαζί του και εκείνο μου γνώρισε τους φίλους του. Πέρασαν πολλές μέρες που γνωριζόμασταν και ήδη του είχα πει πολλά πράγματα για εμένα. Μερικά από αυτά δε τα έλεγα στους ανθρώπους γιατί πίστευα ότι δε θα με καταλάβουν. Το τριαντάφυλλο  με άκουγε τόσο προσεκτικά που με μάγεψε ο τρόπος του.

Απ ότι μου είχε πει ένα κίτρινο καναρίνι, υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι που είχαν πάει σε εκείνο το δάσος. Οι περισσότεροι άνθρωποι πάθαιναν το ίδιο που έπαθα κι εγώ. Ήθελαν να κάνουν πολύ παρέα μαζί του. Το τριαντάφυλλο πάντα έκανε φίλους του τους ανθρώπους. Βέβαια, ότι κι αν γινόταν δεν έπρεπε ποτέ να το κόψουν για να το κρατήσουν κοντά τους. Μερικοί δε το κατάλαβαν αυτό και κάποιοι άλλοι έκαναν πως δεν το άκουσαν. Δεν άντεχαν ούτε να σκέφτονται ότι δε θα μπορούσε να γίνει εντελώς δικό τους κάποια μέρα. Γι αυτό κάποιοι από τους ανθρώπους προσπάθησαν όταν το τριαντάφυλλο κοιμόταν να  το κόψουν. Ήταν τόσο βιαστικοί που δε πρόσεξαν τα αθώα αγκάθια που είχε και τρυπήθηκαν. Ο εγωισμός τους πόνεσε πολύ.

Εγώ πάλι, όταν στην αρχή έκανα παρέα με το τριαντάφυλλο δεν είχα τέτοια προβλήματα γιατί νόμιζα ότι μπορούσα να καταλάβω τι ήθελε.Σηκωνόμουν κάθε πρωί και περίμενα μέχρι να ξυπνήσει για να του δώσω να πιει νερό. Εκείνο, μόλις με έβλεπε ,χαιρόταν  και με άφηνε να μετράω τα πέταλά του ένα προς ένα. Επίσης, του έβαζα να ακούει τα αγαπημένα μου τραγούδια και το έβλεπα να χορεύει όσο του ψιθύριζα τους στίχους τους. Καθώς περνούσαν οι μέρες άρχισα να στενοχωριέμαι που δε μιλούσαμε την ίδια γλώσσα, γι αυτό του ζήτησα να με βοηθήσει να μάθω τη γλώσσα που έχουν τα τριαντάφυλλα. Το τριαντάφυλλο όμως ήθελε συνέχεια να παίζουμε όπως μάθαμε στην αρχή.

Είχα μείνει στο δάσος για αρκετούς μήνες. Η μοναδική μου παρέα ήταν το θλιμμένο τριαντάφυλλο και οι φίλοι του. Όσο βρισκόμουν εκεί δεν είχε έρθει κανένας άνθρωπος. Έβλεπα μόνο κάτι περαστικούς τυφλοπόντικες, αλλά μόλις πήγαινα να τους μιλήσω, φοβόντουσαν που είχα μεγαλύτερα χέρια κι έφευγαν. Μπορεί να σκέφτονταν ότι ήθελα να τους κάνω κακό. Μιλούσα μόνο με το κίτρινο καναρίνι , αλλά κι αυτό δεν ερχόταν πολύ συχνά στο δάσος γιατί έπρεπε να βρει φαγητό να πάει στα παιδιά του που ήταν μικρά.

Μετά από πολύ καιρό αποφάσισα να γυρίσω πίσω στη Μεγαλούπολη, τη πόλη που βρισκόμουν πριν πάω στο δάσος. Είπα για πλάκα στο τριαντάφυλλο ότι θα το κόψω για να το πάρω μαζί μου για να δω αν θα μου πει τίποτα, αλλά εκείνο τότε έκανε κάτι καταπληκτικό, με άφησε να μετρήσω τα καινούρια κατακόκκινα πέταλα που είχε βγάλει. Μάλλον μου έδειχνε ότι είχε μεγαλώσει πολύ για να φύγει από το δάσος.

Όταν γύρισα στη Μεγαλούπολη , οι άνθρωποι με ρωτούσαν πώς πέρασα στις διακοπές μου στο δάσος κι εγώ στενοχωριόμουν όταν τους μιλούσα για το τριαντάφυλλο γιατί μου έλειπε πολύ.

Μια Παρασκευή πήγα να ψωνίσω από τη Λαϊκή λίγα φρούτα και τότε συνάντησα ένα όμορφο κολοκύθι σε ένα μπλε πάγκο. Το κολοκύθι έκανε κάποιες κινήσεις που έμοιαζαν με αυτές που έκανε το τριαντάφυλλο και γι αυτό το αγόρασα κατευθείαν. Όταν πήγαμε στο σπίτι το άφησα να καθίσει στο καναπέ και άνοιξα το ψυγείο για να δει  το καινούριο του κρεβάτι.

Κάθε βράδυ το έβαζα να ξαπλώσει και τα πρωινά το έβγαζα από το ψυγείο και το ακουμπούσα στη καφέ καρέκλα για να μιλήσουμε. Φαινόταν ότι του άρεσαν όσα λέγαμε. Το μοναδικό πρόβλημα που είχα μαζί του ήταν η μυρωδιά του. Κάθε φορά που το πλησίαζα μύριζε τόσο άσχημα που προτιμούσα να κρατάω μεγάλη απόσταση. Όμως δε μπορούσε να με ακούσει πολύ καθαρά και μου έλεγε να μιλάω δυνατά. Αναγκαζόμουν να φωνάζω  πολύ για να με ακούει και μετά με πονούσε ο λαιμός μου. Σχεδόν κάθε μέρα πήγαινα στο γιατρό για να μου δίνει αντιβίωση και να γίνω καλά.

Έπρεπε κάτι να κάνω με το θέμα της μυρωδιάς. Σκέφτηκα ότι αν άφηνα τα παράθυρα ανοιχτά θα έμπαινε καθαρός αέρας και δε θα είχα πρόβλημα να κάθομαι κοντά του, όμως μου έλεγε συνέχεια ότι κρύωνε κι έπρεπε να τα κλείνω ξανά. Ένα βράδυ, δεν άντεχα καθόλου την άσχημη μυρωδιά  και μου ερχόταν να κάνω εμετό. Του φώναξα από μακριά ότι θα πάω μια βόλτα, αλλά μάλλον κοιμόταν και δεν άκουσε. Όταν άνοιξα την εξώπορτα και μύρισα το καθαρό οξυγόνο θυμήθηκα ότι το θλιμμένο τριαντάφυλλο μύριζε όμορφα . Μου είχε λείψει κι αποφάσισα να το επισκεφτώ.

Όταν με είδε μπροστά του κατάλαβε αμέσως ότι είχα λυπημένο πρόσωπο και του τα είπα όλα για το κολοκύθι. Στο τέλος του πρότεινα να έρθει μαζί μου, το παρακάλεσα τόσες πολλές φορές, αλλά εκείνο δε μου απαντούσε. Όμως, μπορεί να ήθελε να σκεφτεί τι θα κάνει και γι αυτό θα περίμενα όλο το βράδυ μέχρι να μου απαντήσει. Έκανε πολύ κρύο και κοιμήθηκα ακριβώς δίπλα του για να ζεσταθώ. Βέβαια, πρόσεχα τις κινήσεις που έκανα γιατί μπορεί να το πατούσα με τη πλάτη μου αν κοιμόμουν βαριά ή το χειρότερο απ όλα ίσως μου έδινε μια απάντηση και δεν την άκουγα.

Το πρωί του έφερα να πιει νερό , όπως παλιά κι έδειχνε πάλι χαρούμενο. Μερικές σταγόνες είχαν κολλήσει πάνω του και δεν έφευγαν ούτε με τον πιο δυνατό αέρα.  Το τριαντάφυλλο δε μου είχε απαντήσει ακόμα αν θα ερχόταν μαζί μου.

Κάποια στιγμή, όταν κάθισα σε ένα γκρι βράχο, το παρατηρούσα που περνούσε ευχάριστα με τα άλλα τριαντάφυλλα. Ζήλευα τόσο πολύ όταν χαιρόταν με άλλους εκτός από εμένα. Έπρεπε να έρθει και να χαρεί μαζί μου στη Μεγαλούπολη για πάντα. Τότε ήταν που δε μπορούσα να περιμένω άλλο. Πήγα κοντά του και με μεγάλες κινήσεις προσπάθησα να το τραβήξω από το χώμα και να αρχίσω να τρέχω μέχρι να φτάσουμε πολύ μακριά.

Αυτό κατάλαβε το απειλητικό μου ύφος και πέταξε τις σταγόνες από το νερό που του είχα δώσει το πρωί στα μάτια μου. Για λίγη ώρα δε μπορούσα να δω τίποτα και τα τα μάτια μου έκαιγαν. Τα έτριψα πολύ γρήγορα με τα δάχτυλα Μόλις τα άνοιξα, είδα ότι οι φίλοι του, τα άλλα τριαντάφυλλα, το είχαν πλησιάσει και προσπαθούσαν να το κρύψουν για να το προστατέψουν από εμένα. Επειδή είχα μεγάλα πόδια πήγα να τα διώξω για να βρω το θλιμμένο τριαντάφυλλο, αλλά εκείνα με γρατζούνισαν με τα αγκάθια τους και δε μπορούσα να συνεχίσω  άλλο να προσπαθώ από το πόνο. Θυμάμαι τσίριξα τόσο δυνατά που μερικά γυάλινα αστέρια στον ουρανό ράγισαν.

Την ίδια στιγμή, πήρα το πληγωμένο μου λαιμό κι έφυγα αμέσως από το δάσος χωρίς να χαιρετήσω τα τριαντάφυλλα. Στο δρόμο σκεφτόμουν την ιστορία που μου είχε πει παλιά για τους άλλους ανθρώπους που είχαν προσπαθήσει να το πάρουν μαζί τους. Τότε δε την πίστευα και τόσο γιατί εκείνοι ήταν μεγάλοι και ένα τριαντάφυλλο είναι εύκολο να το κόψει και ο πιο μικρός άνθρωπος. Όμως, την ώρα που πήγα να το κόψω είδα ότι το θλιμμένο τριαντάφυλλο είχε και τη βοήθεια των φίλων του. Μάλλον οι φίλοι του είχαν κάνει το ίδιο στο παρελθόν για να το υπερασπιστούν.

Πριν φτάσω στο σπίτι επισκέφτηκα ένα μαγαζί για να ψωνίσω ένα άρωμα που μύριζε σαν τριαντάφυλλο. Θα ήταν σα να έχω μαζί μου το θλιμμένο τριαντάφυλλο. Το κολοκύθι όταν με είδε, έδειξε αρκετά ανήσυχο που έλειπα τόσες ώρες. Πήγα να του εξηγήσω τι είχα κάνει ,αλλά άρχισα πάλι να του φωνάζω. Το πρόσωπό μου από ροζ γινόταν έντονο κόκκινο. Κάποια στιγμή πήρα το άρωμα που μύριζε τριαντάφυλλο και έριξα όλο το υγρό πάνω μου για να μυρίζω για πάντα έτσι. Πραγματικά, τότε ,μπορούσα να κάθομαι πολύ κοντά στο κολοκύθι χωρίς να με ενοχλεί το άσχημο άρωμα που έβγαζε, αφού δε μπορούσα πια να το μυρίσω.

Από τότε αποφασίσαμε με το κολοκύθι να μείνουμε για καιρό μαζί, αφού περνούσαμε πολύ ωραία. Ξέχασα να σου πω, ότι ξεκίνησα να μιλάω κολοκυθένια και τώρα πια που δεν είχαμε πρόβλημα να καθόμαστε πολύ κοντά, μπορούσαμε να έχουμε και μεγάλες συζητήσεις.  Υπήρχαν στιγμές που σκεφτόμουν αν είναι καλά το θλιμμένο τριαντάφυλλο ή αν με έχει συγχωρέσει. Βλέπεις, είχα άσχημη συμπεριφορά απέναντι του. Όταν το έλεγα αυτό στο κολοκύθι, με κοίταγε σοβαρά και μου έλεγε «Τα λάθη είναι ανθρώπινα».

 Εσύ τι λες γι αυτό;

*Δημοσιευμένο στο Ιδεόστατο, ιστολόγιο ανοιχτής λογοτεχνίας.

http://www.ideostato.gr/2013/05/blog-post_7077.html

«Ώστε έτσι, ε;»

Εισαγωγή:

Η Κόκκινη και ο Κίτρινος, είναι δυο χρώματα που το σκάνε από έναν πίνακα του Νταλί και ερωτεύονται παράφορα, αλλά μόνο για μια φορά, γιατί αμέσως μετά ξεκινάει ένα παιχνίδι σύγκρουσης χρωμάτων. Δε θέλουν να επιστρέψουν πίσω στον πίνακα, δε θέλουν να σώσουν την απόχρωση, ούτε να βοηθήσουν τα υπόλοιπα χρώματα να δραπετεύσουν. Η Κόκκινη και ο Κίτρινος, έχουν μετά από πολύ καιρό την ευκαιρία να επιβεβαιωθούν όπως τους αρμόζει, γι’ αυτό το μόνο που θέλουν είναι γίνουν απαραίτητοι. Ο Πράσινος και η Πράσινη, που είναι οι ζωηροί φίλοι του ζευγαριού ,στη συνέχεια καλούνται να συνεχίσουν μια ιστορία που δε συνεχίστηκε ποτέ.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Πώς είσαι;(Παύση)Σήμερα.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Καλύτερα ….αν και μου έριξαν διαλυτικό.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Περαστικά.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Πότε θα σε δω;(Μεγάλη παύση )

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Καλημέρα…

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Καλημέρα.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Καλησπέρα, τι κάνεις;

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Πολύ καλά, πιτσιλιέμαι πάνω σε έναν τοίχο. Εσύ;

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Καλά κι εγώ εδώ , τα ίδια. Από χρόνο πως είσαι;

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Τί θα έλεγες για αύριο κατά τις 8;

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Από ότι καταλαβαίνω δεν έχεις πολύ χρόνο.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Γιατί εσύ για πότε θα έλεγες;

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Απλά λέω πως μάλλον δεν έχεις χρόνο…Κάτι τέτοιο καταλαβαίνω. Πότε θέλω εγώ;

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Χρόνο για ποιο πράγμα;

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Οπότε μπορείς κι εσύ, για να σε έβλεπα.(Παύση)Άσε το.. άλλη φορά…

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Ωραία καλό μου, πες μου πότε θα ήθελες να βρεθούμε; Ήταν μια ιδέα για αύριο, δε σου είπα ότι δεν έχω χρόνο.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Άσ’ το για αύριο και αν είναι μιλάμε για να το κανονίσουμε. Το πότε θέλω εγώ δεν έχει σημασία.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Τί εννοείς;

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Τι δεν κατάλαβες;

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Αυτό που μου είπες, το τελευταίο.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Ότι λόγο του μειωμένου ελεύθερου χρόνου και κάθε μέρα να θέλω δε γίνεται.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Του δικού μου χρόνου;

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Του δικού μου.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Πάρε το χρόνο σου…

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Τι εννοείς;τι εννοείς;(Παύση)Ασταμάτητες σκέψεις(Μεγάλη παύση)

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Και σήμερα ήθελα να σε δω που έχω χρόνο αρκετό. Anyway, φιλιά.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Καλημέρα καλό μου, δε θα μπορέσω σήμερα να βρεθούμε γιατί με πήραν τηλέφωνο από την Έκθεση και μου ‘παν ότι αρρώστησε ο Πράσινος και δουλεύω. Την Πέμπτη έχω ρεπό.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Εντάξει γλυκό μου, θα μιλήσουμε.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Οκ.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Τι κάνεις;

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Γεια σου! Μια χαρά! Εσύ;

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Τώρα βγήκα από το κάδρο.(Παύση)Τώρα έφτασα σπίτι.. όποτε έχεις χρόνο και θέλεις, θα ήθελα να σε δω, να κανονίσουμε κάτι για κάποιο πορτραίτο, για τοπίο… καλό βράδυ.(Μεγάλη παύση)

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Εσύ πως είσαι;

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Ψάχνω πίνακα, ακόμα.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Δε βρήκες τίποτα εε;

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Έχω ένα φίλο ιμπρεσιονιστή που θα ετοιμάσει κάτι σε ένα μήνα και είπε πως με θέλει. Αν δεν έχω βρει κάτι άλλο ,θα πάω εκεί, τί να κάνω.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Μην απελπίζεσαι.Ελπίζω να πάνε όλα καλά.Σίγουρα κάτι θα γίνει.Πως και δεν κοιμάσαι;

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Είχα βγει.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Συγγνώμη για την αδιάκριτη ερώτηση.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Πώς σου ‘ρθε αυτό;

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Δεν ξέρω, απλά δε θέλω να βρεθώ στη θέση όπου θα σε ενοχλώ.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Μη σκέφτεσαι έτσι.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Γιατί;

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Ηρέμησε, μη σκέφτεσαι τόσο!

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

(Γέλιο)Και τί να κάνω;Απλά δε θέλω να γίνω ενοχλητικός.Εγώ μπορεί να θέλω να σε βλέπω συνέχεια, δε θέλω να ενοχλώ.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Γιατί να βρεθούμε;

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

γιατί να βρεθούμε;……Μάλλον δεν υπάρχει λόγος.(Παύση)

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Κατάλαβα, καληνύχτα.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Καληνύχτα!

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Sorry απλά είχα καταλάβει λάθος.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Έλεγες, είσαι, ψάχνω, κάνω, έχω, είπα, εννοείς, ήθελες, πιτσιλιέμαι, πάρε. Σκέφτεσαι. Είσαι.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Είσαι, βγήκα, έβλεπα, κατάλαβες, απελπίζεσαι, βρήκες, βρήκα, ενοχλώ, κατάλαβα. Είσαι.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Ονειρεύτηκα ότι ήθελα να μπω σε έναν πίνακα του Κλιμτ, όχι σε οποιονδήποτε, στο Φιλί, και εκείνος θα μπορούσε να έρθει μαζί μου, θα ήταν παντού, θα απλωνόταν σε ολόκληρο τον καμβά, αρκεί να μου έλεγε ότι το τετράγωνό μου ξεχωρίζει. Νόμιζα ότι του άρεσε να μπαίνει μέσα σε κουτιά.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Είδα στον ύπνο μου ότι ήθελα να μείνουμε για πάντα μέσα σε έναν πίνακα, εκείνη πάλι βρήκε κάτι για να αντιδράσει. Κάθε φορά εμένα ρωτούσε για να της πω την ώρα. Θα δημιουργούσε πολλά χρώματα μαζί μου. Γιατί μου φαίνεται ότι προσπάθησα πολύ για να βγούμε; Της τόνιζα συνέχεια την ώρα. Νόμιζα ότι της άρεσε να είναι μαζί μου.(Κάποτε στο Λονδίνο, πάνω από το ρολόι του Big Ben τα χρώματα συναντήθηκαν μια νύχτα με πανσέληνο.)

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Το ήξερες ότι τα βράδια μου τα περνάω εδώ πάνω και ήρθες να με βρεις.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Δεν είχα που αλλού να πάω ,μόνο εδώ αναγνωρίζομαι. Πρέπει να το πάρεις πάνω σου κι αυτό;

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Σε είδα.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Πώς με κατάλαβες;

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Ήσουν γεμάτη.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Μια φορά στις τριάντα μέρες .. τις υπόλοιπες νύχτες μου τις περνάω σε σώματα. Μόνο.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Είναι η ώρα για να κατέβεις, διάολε, πες κάτι.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Είσαι ένα μεγάλο αλλαζονικό χρώμα απλωμένο πάνω σε εκατομμύρια μικρούτσικα αστεράκια κι επειδή λάμπεις, δηλαδή, θέλεις κάτι να σημαίνει αυτό, να σου τονώσω το ηθικό.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Σε λίγο θα είμαι μέσα σε μια καρδιά, βρήκα πίνακα.

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Με δέχτηκαν να γίνω ήλιος.

Η ΚΟΚΚΙΝΗ

Προσπάθησες..

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ

Προσπάθησα.

Όχι πολύ μακριά από εκεί, μια άσημη ζωγράφος σχεδιάζει με τα πινέλα της ένα τΕΛΟς.

Το νεράκι κυλάει δίπλα από τον Πράσινο και την Πράσινη. Ο Πράσινος, όμως , είναι πάλι άρρωστος και δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στο Κάλεσμα της δημιουργού του, γι’ αυτό ζητάει από την Πράσινη, τη σύντροφό του, να τον αντικαταστήσει μόνο για μια φορά. Η Πράσινη, όμως, θα προτιμήσει να κοιμηθεί αγκαλιά με ένα χειροκρότημα παρά να παρευρεθεί στον πίνακα του Καλεσμένου.

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ

Δεν είσαι δέντρο, αν δε σου αρέσει ο πίνακας, μπορείς και να φύγεις.

Η ΠΡΑΣΙΝΗ

Ώστε έτσι ε; Σου αρέσουν αυτές που χρωματίζουν τα δέντρα..

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ

Σκέφτηκες.

Η ΠΡΑΣΙΝΗ

Σκέφτηκα. Φεύγω.

ΤΟ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΗΜΑ

(Ελαφρά θυμηδία.)

* Δημοσιευμένο στο site Microstory.gr : https://dermet8.wixsite.com/microstory/oste-etsi-e

«i-note», Διήγημα από το βιβλίο «βγες απ’ το κάδρο»

Ξύπνησες το πρωί από τον ολιγόωρο ύπνο σου κι έξω φυσούσε με μανία. 
Το κεφάλι σου ήταν σα να είχε μπλε μπίλιες που συγκρούονταν μεταξύ τους. Κάθε εικόνα και ένας ήχος. Αναρωτιόσουν αν έφταιγε η αϋπνία σου, αλλά η Βήτα που είχε έρθει για να καπνίσετε σου ανέφερε κάτι για μια βροχή με καταγωγή από την έρημο. Την αψήφησες, όντας βέβαιη ότι κάτι σας ψεκάζουν με σκοπό την εξόντωσή σας ή κάποια άλλη κατάληξη εξίσου ακραία. Μόλις ήπιες την πρώτη γουλιά και βεβαιώθηκες ότι παραλογίζεσαι αρκετά, συνέχισες να κρατάς επαφή με τη φωνή της που ταυτιζόταν επικίνδυνα με εκείνη της λογικής.

Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόσουν ήταν ανθρώπους που νοιάζονταν για την επιβίωσή τους, σκέφτηκες όταν η Βήτα πρότεινε να βάλετε μερικά τρόφιμα στα σκονισμένα ράφια σας. Με τη φλυαρία της, είχε την ικανότητα να σε κάνει να συναινείς στις πιο ακραίες πεποιθήσεις της, όπως τότε που αναγκάστηκες να χαρίσεις την πρώτη σου κούκλα, την Κλαίρη, στο εκνευριστικά χαριτωμένο ανιψάκι της.

 Κάπου εδώ, συστήνεις τη συγκάτοικό σου Βήτα. Τη γνώρισες από μια αγγελία αντίστοιχου περιεχομένου που είχες αναρτήσει στο διαδίκτυο. Ήταν Ιούλιος κι επέστρεφες από τα Χανιά. Στη σύντομη διαμονή σου, πρόλαβες να αγοράσεις ένα μακρύ κόκκινο καλαμάκι για να σου θυμίζει τη δροσιστική υφή που είχε ο αέρας στο λιμάνι κι ένα μικρό ατσάλινο μαχαίρι. Όταν απενεργοποίησες το flight mode δέχτηκες έξι κλήσεις, δυο μηνύματα κι ένα μέιλ, ενδείξεις που σε έκαναν να υποψιαστείς πως ίσως καθυστερούσε.
Φορούσε ένα κοντό ροζ φόρεμα με ένα μαύρο φιόγκο στη πλάτη και γόβες με δέρμα από κροκόδειλο, γεγονός που σήμερα διαψεύδεται από τη ζωόφιλη πλευρά της… Ένα μαύρο τσαντάκι ανεβοκατέβαινε πεισματικά από τη δύναμη του αέρα. Θα έλεγες ότι είναι κάποιο καλλίγραμμο μοντέλο που δουλεύει part time σε μπουζούκια Λάμδα διαλογής, αν δεν ήταν ηθοποιός. Στη χειραψία σας, σού άφησε μερικές καφέ κηλίδες. Όταν το πρόσεξες σού είπε πως είχε χρησιμοποιήσει ένα self tan χωρίς να διαβάσει τις οδηγίες χρήσης. Το λαχάνιασμα της σε συνδυασμό με το ιδρωμένο πρόσωπο ακύρωσε κάθε πιθανότητα να βρεις χειρότερη υποψήφια. Αυτόματα, της έδωσες το κλειδί με ένα μπρελόκ που είχε το Πύργο του Άιφελ σε μινιατούρα και τα μάτια της ρυτίδιασαν ευτυχισμένα. Ήθελες να της δώσεις κι ένα από τα σουβενίρ της Κρήτης, αλλά σου ήταν αδύνατο να διαλέξεις ποιο να αποχωριστείς κι έτσι άφησες την εικόνα της πρώτης γνωριμίας στη τύχη του αμπε μπα μπλομ…
 Μετά από μια εβδομάδα μπήκε με το δεξί στο σπίτι κρατώντας ανά χείρας ένα υποαλλεργικό μαξιλάρι και δυο μαύρες σακούλες ως υποκατάστατα βαλίτσας. Ένας νεαρός ταξιτζής κλώτσησε την ατσάλινη πόρτα για να ξεμουδιάσει τους ώμους του που κόντευαν να εξαρθρωθούν.

-Μόνο αυτά;

-Τα υπόλοιπα θα έρθουν με τη μεταφορική. Δεν έχω μαντήλι να κλάψω γι’ αυτό θα τα αργήσω όσο μπορώ, είπε επισφραγίζοντας τα λόγια της με μια τσιχλόφουσκα.
 Αυτοστιγμεί πέρασαν από το μυαλό σου ένα φανταστικομμύριο σχόλια. Αρκέστηκες να αναστενάξεις.

 Η Βήτα είχε συχνές εξόδους σε αντίθεση με εσένα που είχες πάρει προσωπικά να μετρήσεις τα τετραγωνικά του σπιτιού σου σε κλίμακα πατουσών. Στο σπίτι σου υπήρχαν τρία υπνοδωμάτια, ένα μπάνιο, ένα γραφείο, ένα σαλόνι και πεντακάθαρη κουζίνα. Εκείνη είχε πρόσβαση σε όλους τους χώρους, εκτός από το υπνοδωμάτιό σου και ένα επιπρόσθετο που τύχαινε να βρίσκεται δίπλα από το δικό της.

 Μια ηλιόλουστη μέρα που είχες καθίσει στο μπαλκόνι να απολαύσεις τον καφέ σου, την άκουσες που έσπασε ένα γυάλινο αντικείμενο και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιό σου. Το γούρι σου είχε διασπαστεί σε χιλιάδες θραύσματα που κείτονταν πάνω στο παρκέ. Στη μικρή τελετή που έκανες πάνω από το πράσινο φαράσι, τους υποσχέθηκε ότι θα προσέχεις περισσότερο κι ύστερα περίμενες μέχρι το απορριμματοφόρο να τα πάρει μακριά σου. Με το δάκρυ κολλημένο στις βλεφαρίδες, επέστρεψες σε εκείνη που είχε ένα ύπουλο χαμόγελο λες και απολάμβανε που σε έβγαζε εκτός εαυτού. Σου είπε πως έψαχνε να βρει μια τσίχλα κι είχες αποφασίσει να αλλάξεις τακτική, κουνώντας το κεφάλι σου με ύφος παραίτησης. Ύστερα, με διδακτικό ύφος την ξενάγησες για ακόμη μια φορά στους χώρους που της επιτρεπόταν η πρόσβαση σα να συνομιλούσες με γυναίκα που προσπαθούσε να ανακτήσει τη μνήμη της μετά από τροχαίο. Τις ώρες που έλειπες στον ψυχολόγο κλείδωνες τις δυο πόρτες χωρίς τύψεις, άλλωστε τις απέμεναν ακόμη 130 τετραγωνικά να περιφέρει το πρόσχαρο πρόσωπό της. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθες λες κι είχες την ανάσα της πάνω σου. Η φαντασίωση γινόταν εφιάλτης όταν έκλεβε από τον αέρα σου ή όταν ήθελες να βήξεις, αλλά το συγκρατούσες για να μην την πετύχουν τα σταγονίδια. Μια παρόμοια φράση έδωσες ως απάντηση στον ψυχολόγο σου όταν παρατήρησε την εμφάνιση δυο ρυτίδων, σημάδι που δήλωνε ότι η κατάθλιψη υποχωρούσε σε αντίθεση με την εποχιακή ίωση. Η συγκατοίκηση ξεπέρασε τις προσδοκίες μας. Δεν ξέρω που θα φτάσουμε, αλλά ό,τι κι αν βγει από αυτή την υπόθεση θα είναι για καλό, σου είπε καθώς έκοβε την απόδειξη της επίσκεψης.

1007 πατούσες ευτυχίας, 1308… «Καλημέρα! Μα τι ωραία μέρα!» τόνισε. Απέφυγες να διορθώσεις το χρονικό προσδιορισμό της όταν άνοιξε τις μπορντό κουρτίνες κι άφησε την επιβλητική μαγεία του ήλιου να εισχωρήσει. Το θέαμα της δύσης, όσο κράτησε, σου έφερε μια ανεπανάληπτη ψυχική διαύγεια που ταυτιζόταν με τη διαχρονική συμπεριφορά της Βήτα. Ξαπλώσατε στον ιβουάρ καναπέ και της είπες με ύφος εξομολογούμενης πως είναι ωραίο όταν οι άνθρωποι ξέρουν από πού να αντλήσουν τη χαρά, χωρίς να έχεις την παραμικρή ιδέα ότι ήταν μια από τις γραμμές που πρόβαρε ακούραστα στο δωμάτιο της για την επικείμενη οντισιόν…

Σκοτείνιασε απότομα και δε σου κολλούσε ύπνος. Περιφερόσουν στο άδειο σπίτι με ακανόνιστα βήματα και σκεφτόσουν ότι προτού τη γνωρίσεις, είχες μια ζωή. Οι χειμαρρώδεις μνήμες σε πλησίασαν χωρίς να τις προσκαλέσεις… Καμιά φορά έκλαιγες πριν κοιμηθείς ή φύλαγες τα δάκρυα για την ανατολή. Πρέπει να είχες κολλήσει σε κάποιο τετραγωνικό τυχαίας γης παρέα με ένα φουσκωμένο κενό που γέμιζε μόνο όταν πρόσφερες βοήθεια. Ένα παρόμοιο βράδυ που σε έπιασε αϋπνία, έβαλες όλα τα ρούχα που είχες αγοράσει όταν έκανες βίζιτες σε κούτες κι αποφάσισες να τα δώσεις στην εκκλησία. Ο παπάς σε διαβεβαίωσε ότι μια πράξη γενναιοδωρίας είναι πάντα ευπρόσδεκτη και ύστερα σε βοήθησε να τις κουβαλήσεις από το οδόστρωμα στις ειδικές αποθήκες. Όταν έκανες να φύγεις σε ρώτησε ανήσυχα αν τις είχατε μεταφέρει όλες, γιατί τώρα τελευταία κυκλοφορούσαν πολλά ζητιανάκια στη γειτονιά..

Έκανες κι άλλα πολλά, περπατούσες σε στενά ή μεγάλους δρόμους για να φωτογραφίσεις. Ύστερα πήγαινες στο κόκκινο κλειδωμένο δωμάτιο και άφηνες τις φωτογραφίες να στεγνώσουν πάνω στο σχοινί, με την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα εμφανιστεί κάποιο οικείο πρόσωπο ή ρούχο… Τα υπόλοιπα δυσκολεύεσαι να τα θυμηθείς, επιβεβαιώνοντας τη φράση της Βήτα «ό,τι αφήνεις, σε αφήνει». Αποκοιμήθηκες με τις εικόνες που είχες βιαστεί να συνηθίσεις.

 Πίσω στο εδώ και τώρα. Έχεις ξυπνήσει από τις έξι και ξεμένεις από τσιγάρα. Πηγαίνεις στο πλησιέστερο περίπτερο με το αυτοκίνητο κι εκείνο αρχίζει να βγάζει ανεξήγητους καπνούς. Ο ασφαλιστής σου, σε διαβεβαιώνει ότι θα καθυστερήσει κι ένας διψήφιος αριθμός ανδρών επιχειρεί να το μετακινήσει από τη διάβαση των πεζών. Όσο πιο κοντά στο φανάρι καταστρέφεται, η προθυμία για βοήθεια μεγαλώνει…

Δίνεις τα κλειδιά σου στο μηχανικό και περπατάς μέχρι το σπίτι. Έχεις καιρό να συναναστραφείς με τόσους ανθρώπους και προετοιμάζεσαι για μια έκρηξη ημικρανίας. Το μαύρο τζιπ σταματάει μπροστά σου και η Βήτα σου προτείνει να μπεις μέσα γιατί έχετε κάτι πολύ σημαντικό να συζητήσετε. Βήτα και σοβαρό, ο συνδυασμός σε μπερδεύει, ωστόσο μπαίνεις μέσα. Την πιάνει ακατέργαστος μονόλογος που στροβιλίζει τους ωροδείκτες.

Κόσμος πάει κι έρχεται μπροστά σας, ενώ σου τονίζει ότι απέφευγε να σου μιλήσει μέχρι τώρα γιατί περίμενε να το κάνεις εσύ πρώτη. Λέει ότι της αρέσει η υποκριτική κι ότι η φωνή της δεν είναι τόσο καλή όσο θα ήθελε, δε θα δεχόταν τη βοήθεια σου μετά από όσα έγιναν κι ότι έχει ήδη αδειάσει το δωμάτιό της.

 Ξεκαθαρίζει ότι σε είχε αναγνωρίσει από τη πρώτη στιγμή κι ανέφερε ότι με τα λεφτά από το πρώτο της ρόλο, αγόρασε μια Prada ζακέτα παρόμοια με αυτή που είχες φορέσει στη πρώτη σου συναυλία. Η τελευταία φράση της, σου θυμίζει ότι έχεις ακόμα μπροστά σου τη Βήτα με το ροζ φόρεμα.Ύστερα, επικρατεί μια μεγάλη παύση που σε ψιλοφρικάρει. Κατευθύνεστε στην Αττική οδό και βάζει μια από τις κασέτες με τα τραγούδια λες και πρόκειται για κάποια παράξενη απόπειρα επικοινωνίας.

Σε άφησε στο σπίτι και σου ζήτησε το αυτοκίνητο για μια τελευταία μοναχική βόλτα. Όταν επέστρεψε, σε ρώτησε για το σημάδι στο καρπό σου και της είπες ότι δεν κατάφερες να βγάλεις αίμα.Της μίλησες με την ένταση που θα έλεγες ότι ήπιες καφέ από τα coffee way στο κέντρο. Συνέχισε ατάραχη. Σημείωμα άφησες; Σε ξάφνιασε η ερώτησή της, γιατί δεν το είχες σκεφτεί, δεν σου πέρασε καν από το μυαλό να ενημερώσεις κάποιον. Αρκέστηκες να μοιραστείς μαζί της πως νύσταζες φρικτά για να γράψεις κάτι βιαστικό κι έτσι ξάπλωσες στον καναπέ και περίμενες την ετυμηγορία…  Εκείνη ακούμπησε τα κλειδιά του τζιπ στο τραπέζι κι άφησε τον άνεμο να κλείσει τη πόρτα.

 Μια Τρίτη επέστρεψες σπίτι ύστερα από ωριαία έξοδο. Η μπαργούμαν που τύχαινε να είναι συμφοιτήτριά σου στην Κρήτη, σε κέρασε το πέμπτο ποτό, ενώ πάλευες να ξεχωρίσεις τους στίχους από το καινούριο σου τραγούδι που ακουγόταν από τα ηχεία. Στο παραδιπλανό σκαμπό καθόταν ένας λιπόσαρκος άντρας που αγωνιζόταν να κρατήσει ένα παραφουσκωμένο χαρτοφύλακα. Παρήγγειλε ουίσκι με πάγο σε ξεχωριστό ποτήρι κι εσύ θυμήθηκες έναν αλκοολικό που σχολιάζατε κάποτε με τη Βήτα. Ούτε που κατάλαβες πότε άναψε η μίζα του αμαξιού σου.

 Μόλις άνοιξες την πόρτα, βρήκες έναν άσπρο φάκελο. Ήταν η Βήτα που σε ενημέρωνε ότι είχε συμφιλιωθεί με την οικογένειά της και θα ασκούσε πλέον το επάγγελμα της Ψυχολόγου. Σε ευχαρίστησε για τη γνωριμία σας και σε παρακάλεσε να προσέχεις. Σου ζήτησε να κρατήσεις ως ενθύμιο τις γόβες που φορούσε τον Ιούλιο. Προτού κοιμηθείς άκουσες για τελευταία φορά το καινούργιο σου τραγούδι και ξεκρέμασες τις φωτογραφίες της από το κόκκινο δωμάτιο. 
Η μέρα που θα επικοινωνούσε ξανά, άργησε περισσότερο απ’ όσο περίμενες. Εντούτοις, ο καταστροφέας εγγράφων και το γυάλινο μπουκάλι την περίμεναν καρτερικά. Θα έβαζες τις λωρίδες των πρώην φωτογραφιών στο γυάλινο αντικείμενο κι ίσως μετά από χρόνια κάποιοι ναυαγοί να εύχονταν να είχαν προσπαθήσει να σωθούν στον ελεύθερο χρόνο τους, αντί να παρατηρούν το γυμνό σώμα μιας εικοσάχρονης που κρατούσε το κρητικό καλαμάκι για μικρόφωνο πάνω σε εύσωμο σαραντάρη. Θα σκεφτόσουν κι άλλες λυτρωτικές ενέργειες αν δεν έπρεπε να συγκεντρωθείς στη λεκάνη με την οποία μοιραζόσουν τα εσώψυχά σου.

Επέστρεψες στο δωμάτιο κι άνοιξες το λάπτοπ.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ονοματεπώνυμο: Όμικρον Ταδέογλου

Ετών : 20

Επάγγελμα: Φιλόδοξη εικαστικός

Σχόλια: Η πρόταση για συγκατοίκηση ήρθε τη κατάλληλη στιγμή. Αποφάσισα να φύγω από το σπίτι μου γιατί οι γονείς μου δεν υποστηρίζουν το επάγγελμά μου. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ιδέα με τι θέλω να ασχοληθώ, αλλά το πείσμα μου με κυβερνά. Χαχα. Ελπίζω σε μια καλή γνωριμία.

-Όμικρον;

-Η ίδια..

-Μόλις έλαβα το e-mail σου..

*Δημοσιευμένο στο site της Σχόλη, των εκδόσεων Πατάκη : http://sxoli.patakis.gr/?p=458&fbclid=IwAR0_ZdYpVmkuiigBr19soqfmKN3HEUuEpCMgYZAS8Kq1eA6nBm-LAJV7s_I